Πέμπτη 03 Απριλίου 2025

Σάκης Κεχαγιόγλου: Έμφυλη βία και Δικαιοσύνη

Ο γνωστός Ποινικολόγος, μίλησε για την έμφυλη βία σε εκδήλωση της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, εστιάζοντας στις εξής θεματικές ενότητες: 1.ΕΜΦΥΛΗ ΒΙΑ: Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ 2.Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ «ΓΥΝΑΙΚΟΚΤΟΝΙΑ» 3.ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Σάκης Κεχαγιόγλου: Έμφυλη βία και Δικαιοσύνη dikastiko.gr

Η έμφυλη βία, σε όλες τις μορφές και τις εκφάνσεις της, αποτελεί μια βαθιά πληγή στον ιστό της κοινωνίας, καταπατώντας θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και υπονομεύοντας την ισότητα και την αξιοπρέπεια. Δεν είναι απλώς ένα “γυναικείο ζήτημα”, αλλά ένα κοινωνικό πρόβλημα που μας αφορά όλους, άνδρες και γυναίκες, και απαιτεί συλλογική δράση και αλλαγή νοοτροπίας. Η αντιμετώπισή της οφείλει να είναι ολιστική, συνδυάζοντας την πολιτική βούληση με την κοινωνική ευαισθητοποίηση και την ενεργό συμμετοχή όλων.

Έμφυλη Βία: Ορισμός, Διαστάσεις και Βασικές Θεωρητικές Προσεγγίσεις

Η έμφυλη βία αποτελεί ένα παγκόσμιο φαινόμενο, βαθιά ριζωμένο στις κοινωνικές ανισότητες και τις πατριαρχικές δομές, το οποίο εκδηλώνεται με ποικίλες μορφές και έχει σοβαρές συνέπειες για τα θύματα, τις οικογένειές τους και την κοινωνία στο σύνολό της. Ο ορισμός της έμφυλης βίας είναι ευρύς και περιλαμβάνει κάθε πράξη βίας που στρέφεται εναντίον ενός ατόμου λόγω του φύλου του. Συχνά, οι γυναίκες και τα κορίτσια είναι τα κύρια θύματα, αν και η έμφυλη βία μπορεί να επηρεάσει και άτομα άλλων ταυτοτήτων φύλου (Rico, 1996).

Η βία αυτή δεν περιορίζεται στη σωματική κακοποίηση. Περιλαμβάνει την ψυχολογική, λεκτική, σεξουαλική, οικονομική βία, καθώς και τον έλεγχο και τον περιορισμό της ελευθερίας. Μπορεί να εκδηλωθεί στον ιδιωτικό χώρο, όπως το σπίτι, αλλά και στο δημόσιο, στον εργασιακό χώρο, στο διαδίκτυο, ακόμα και από κρατικούς θεσμούς (Bodelón, 2014). Η πολυπλοκότητα του φαινομένου καθιστά δύσκολη την ακριβή καταγραφή και αποτύπωση της έκτασής του, καθώς πολλά περιστατικά παραμένουν αδήλωτα λόγω φόβου, ντροπής ή έλλειψης εμπιστοσύνης στις αρχές.

Οι θεωρητικές προσεγγίσεις που επιχειρούν να ερμηνεύσουν την έμφυλη βία είναι πολλές και συχνά αλληλοσυμπληρούμενες. Κάποιες εστιάζουν στις βιολογικές διαφορές μεταξύ των φύλων, υποστηρίζοντας ότι η ανδρική επιθετικότητα είναι εγγενής (Expósito&Moya, 2011). Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή έχει δεχθεί έντονη κριτική, καθώς παραβλέπει τον καθοριστικό ρόλο των κοινωνικών και πολιτισμικών παραγόντων.

Άλλες θεωρίες δίνουν έμφαση στις κοινωνικές δομές και τις σχέσεις εξουσίας. Η φεμινιστική θεωρία, για παράδειγμα, τονίζει ότι η έμφυλη βία είναι αποτέλεσμα της πατριαρχίας και της ανισότητας των φύλων, που θέτει τις γυναίκες σε μειονεκτική θέση και τις καθιστά ευάλωτες στην κακοποίηση (Μουντούρης, 2023). Η κοινωνική μάθηση, επίσης, παίζει σημαντικό ρόλο, καθώς τα άτομα μαθαίνουν βίαιες συμπεριφορές από το οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον.

Επιπλέον, η διαθεματική προσέγγιση (intersectionality) αναδεικνύει τη διαπλοκή της έμφυλης βίας με άλλες μορφές καταπίεσης, όπως η φυλετική, η ταξική, η σεξουαλικού προσανατολισμού, κ.ά. Αυτό σημαίνει ότι οι εμπειρίες των γυναικών διαφέρουν ανάλογα με την κοινωνική τους θέση και τις πολλαπλές διακρίσεις που υφίστανται. Η κατανόηση αυτών των διαστάσεων είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη αποτελεσματικών στρατηγικών πρόληψης και αντιμετώπισης. Η ολιστική προσέγγιση είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση αυτού του κοινωνικού προβλήματος.

Η Κοινωνική Κατασκευή της Έμφυλης Βίας: Στερεότυπα και Προκαταλήψεις

Η έμφυλη βία δεν είναι ένα φυσικό φαινόμενο, αλλά ένα κοινωνικό κατασκεύασμα, που εδράζεται σε βαθιά ριζωμένα στερεότυπα και προκαταλήψεις σχετικά με τους ρόλους των φύλων. Αυτές οι αντιλήψεις, που συχνά μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά, διαμορφώνουν τις προσδοκίες και τις συμπεριφορές ανδρών και γυναικών, δημιουργώντας ένα πλαίσιο που ευνοεί την εκδήλωση βίας.

Τα έμφυλα στερεότυπα παρουσιάζουν τους άνδρες ως κυρίαρχους, δυναμικούς και επιθετικούς, ενώ τις γυναίκες ως υποτακτικές, ευαίσθητες και παθητικές. Αυτή η διχοτόμηση νομιμοποιεί την ανδρική κυριαρχία και τον έλεγχο επί των γυναικών, ενώ παράλληλα υποτιμά την αξία και την αυτονομία τους. Όταν οι γυναίκες αμφισβητούν αυτούς τους ρόλους ή διεκδικούν ισότητα, μπορεί να αντιμετωπίσουν βία ως μέσο “συμμόρφωσης” και επαναφοράς στην “κανονικότητα”.

Οι προκαταλήψεις, που συχνά βασίζονται σε ελλιπή ή διαστρεβλωμένη πληροφόρηση, ενισχύουν αυτά τα στερεότυπα. Για παράδειγμα, η αντίληψη ότι οι γυναίκες “προκαλούν” τη βία με τη συμπεριφορά ή την εμφάνισή τους, μετατοπίζει την ευθύνη από τον θύτη στο θύμα (Σταύρακα, 2019). Αυτό δημιουργεί ένα κλίμα ανοχής και συγκάλυψης, δυσχεραίνοντας την καταγγελία και την τιμωρία των δραστών.

Τα ΜΜΕ, η διαφήμιση, η εκπαίδευση, ακόμα και η γλώσσα, συμβάλλουν στη διαιώνιση αυτών των στερεοτύπων και προκαταλήψεων. Η αναπαράσταση των γυναικών ως σεξουαλικά αντικείμενα, η προβολή βίαιων προτύπων ανδρισμού, η χρήση σεξιστικής γλώσσας, όλα αυτά ενισχύουν την κουλτούρα της βίας. Ακόμα και φαινομενικά αθώες εκφράσεις ή αστεία μπορούν να υποκρύπτουν έμφυλες διακρίσεις και να συμβάλλουν στη νομιμοποίηση της βίας.

Η αποδόμηση αυτών των στερεοτύπων και προκαταλήψεων είναι κρίσιμης σημασίας για την πρόληψη της έμφυλης βίας. Η εκπαίδευση, η ευαισθητοποίηση, η κριτική ανάλυση των μέσων ενημέρωσης και η προώθηση ισότιμων προτύπων μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία μιας κοινωνίας όπου η βία δεν θα βρίσκει έδαφος να αναπτυχθεί. Η αλλαγή νοοτροπίας είναι μια μακροχρόνια διαδικασία, που απαιτεί τη συμμετοχή όλων.

Η Έμφυλη Βία στην Ελληνική Πραγματικότητα: Στατιστικά Στοιχεία και Κοινωνικές Προεκτάσεις

Η έμφυλη βία, δυστυχώς, δεν αποτελεί ένα αφηρημένο θεωρητικό ζήτημα, αλλά μια σκληρή πραγματικότητα και στην Ελλάδα. Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια σε νομοθετικό και θεσμικό επίπεδο, τα στατιστικά στοιχεία και οι μαρτυρίες θυμάτων αποκαλύπτουν ότι το πρόβλημα παραμένει οξύ και πολυδιάστατο (Αργυριάδης, 2023).

Αν και η ακριβής καταγραφή των περιστατικών έμφυλης βίας είναι δύσκολη, λόγω του φόβου και της ντροπής που συχνά εμποδίζουν τα θύματα να καταγγείλουν τις κακοποιήσεις, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν μια ανησυχητική εικόνα. Οι καταγγελίες στις αστυνομικές αρχές και οι κλήσεις στις γραμμές βοήθειας αυξάνονται, αποκαλύπτοντας ένα μικρό μόνο μέρος της πραγματικής έκτασης του προβλήματος. Οι γυναικοκτονίες, η πιο ακραία μορφή έμφυλης βίας, συγκλονίζουν την κοινή γνώμη, υπενθυμίζοντας τη σοβαρότητα της κατάστασης.

Οι κοινωνικές προεκτάσεις της έμφυλης βίας στην Ελλάδα είναι βαθιές και πολυεπίπεδες. Πέρα από τις άμεσες σωματικές και ψυχολογικές συνέπειες για τα θύματα, η βία επηρεάζει τις οικογένειες, τις κοινότητες και την κοινωνία στο σύνολό της. Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε περιβάλλον βίας είναι πιθανότερο να γίνουν και τα ίδια θύματα ή θύτες στο μέλλον, διαιωνίζοντας τον κύκλο της κακοποίησης.

Επιπλέον, η έμφυλη βία έχει οικονομικές επιπτώσεις, τόσο για τα θύματα όσο και για το κράτος. Τα θύματα συχνά χάνουν την εργασία τους, αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας και χρειάζονται ψυχολογική υποστήριξη, ενώ το κράτος επιβαρύνεται με το κόστος της ιατρικής περίθαλψης, της κοινωνικής πρόνοιας και της δικαστικής διεκπεραίωσης των υποθέσεων.

Η ελληνική κοινωνία, παρά τις όποιες θετικές αλλαγές, εξακολουθεί να διακατέχεται από στερεότυπα και προκαταλήψεις που δυσχεραίνουν την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας (Καπλάνης, 2022). Η κουλτούρα της σιωπής, η έλλειψη εμπιστοσύνης στις αρχές και η κοινωνική ανοχή απέναντι σε ορισμένες μορφές βίας, εξακολουθούν να αποτελούν εμπόδια. Η αντιμετώπιση αυτού του σύνθετου προβλήματος απαιτεί συντονισμένη δράση σε πολλαπλά επίπεδα.

Πολιτικές και Νομοθετικές Παρεμβάσεις για την Αντιμετώπιση της Έμφυλης Βίας

Η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας απαιτεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική, που να συνδυάζει την πρόληψη, την προστασία των θυμάτων, την τιμωρία των δραστών και την αλλαγή των κοινωνικών αντιλήψεων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πολιτικές και νομοθετικές παρεμβάσεις διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο.

Η Ελλάδα, ακολουθώντας τις διεθνείς συμβάσεις και τις ευρωπαϊκές οδηγίες, έχει θεσπίσει ένα σημαντικό νομοθετικό πλαίσιο για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας. Ο νόμος για την ενδοοικογενειακή βία, η κύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, η ποινικοποίηση του βιασμού και της σεξουαλικής παρενόχλησης, αποτελούν σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, η εφαρμογή των νόμων και η αποτελεσματικότητά τους στην πράξη παραμένουν ζητούμενο.

Πέρα από την ποινική αντιμετώπιση, είναι απαραίτητη η ενίσχυση των προληπτικών μέτρων. Η εκπαίδευση και η ευαισθητοποίηση του κοινού, η προώθηση της ισότητας των φύλων από την παιδική ηλικία, η κατάρτιση των επαγγελματιών που έρχονται σε επαφή με θύματα βίας (αστυνομικοί, δικαστικοί, κοινωνικοί λειτουργοί, εκπαιδευτικοί, ιατροί), είναι καίριας σημασίας (Herman, 2019). Η δημιουργία και η ενίσχυση των υποστηρικτικών δομών, όπως τα συμβουλευτικά κέντρα, οι ξενώνες φιλοξενίας κακοποιημένων γυναικών, οι τηλεφωνικές γραμμές βοήθειας, είναι επίσης απαραίτητες.

Οι πολιτικές για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας δεν πρέπει να περιορίζονται στις κρατικές πρωτοβουλίες. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, οι φορείς της κοινωνίας των πολιτών, έχουν σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν. Η συνεργασία μεταξύ αυτών των φορέων, η ανταλλαγή καλών πρακτικών και η από κοινού χάραξη στρατηγικής, μπορούν να ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας δεν είναι απλώς ένα νομικό ή πολιτικό ζήτημα, αλλά μια βαθιά κοινωνική πρόκληση. Η αλλαγή των νοοτροπιών και των αντιλήψεων είναι μια μακροχρόνια διαδικασία, που απαιτεί τη συμμετοχή όλων. Οι πολιτικές και νομοθετικές παρεμβάσεις μπορούν να δημιουργήσουν το πλαίσιο, αλλά η ουσιαστική αλλαγή θα έρθει μέσα από την κοινωνική κινητοποίηση και την ατομική ευθύνη.

Ο Ρόλος της Κοινωνικής Εργασίας και των Υποστηρικτικών Δομών στην Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Έμφυλης Βίας

Η κοινωνική εργασία, ως επάγγελμα που εστιάζει στην κοινωνική δικαιοσύνη και την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διαδραματίζει καίριο ρόλο στην πρόληψη και αντιμετώπιση της έμφυλης βίας. Οι κοινωνικοί λειτουργοί, με τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις αξίες τους, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της υποστήριξης των θυμάτων και της προώθησης της κοινωνικής αλλαγής (Καπλάνης, 2022).

Σε επίπεδο πρόληψης, οι κοινωνικοί λειτουργοί μπορούν να εργαστούν σε σχολεία, κοινότητες, χώρους εργασίας, υλοποιώντας προγράμματα ευαισθητοποίησης και εκπαίδευσης για την ισότητα των φύλων, την αναγνώριση των πρώιμων σημαδιών βίας και την προώθηση υγιών σχέσεων. Μπορούν επίσης να συνεργαστούν με άλλους επαγγελματίες και φορείς για την ανάπτυξη ολοκληρωμένων στρατηγικών πρόληψης.

Σε επίπεδο αντιμετώπισης, οι κοινωνικοί λειτουργοί παρέχουν άμεση υποστήριξη στα θύματα έμφυλης βίας, προσφέροντας συμβουλευτική, ψυχοκοινωνική στήριξη, ενημέρωση για τα δικαιώματά τους και τις διαθέσιμες υπηρεσίες, καθώς και πρακτική βοήθεια (π.χ., εύρεση καταλύματος, νομική συνδρομή). Η διασύνδεση με τις κατάλληλες υπηρεσίες, όπως τα συμβουλευτικά κέντρα, οι ξενώνες φιλοξενίας, οι νομικές υπηρεσίες, είναι ζωτικής σημασίας.

Οι υποστηρικτικές δομές, όπως τα συμβουλευτικά κέντρα για γυναίκες θύματα βίας και οι ξενώνες φιλοξενίας, αποτελούν ασφαλή καταφύγια, όπου τα θύματα μπορούν να βρουν προστασία, στήριξη και καθοδήγηση. Σε αυτές τις δομές, οι κοινωνικοί λειτουργοί, σε συνεργασία με άλλους επαγγελματίες (ψυχολόγους, νομικούς, παιδαγωγούς), παρέχουν ολιστική φροντίδα, βοηθώντας τα θύματα να ανακτήσουν τον έλεγχο της ζωής τους και να ξεπεράσουν το τραύμα της κακοποίησης.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η προσέγγιση της κοινωνικής εργασίας στην έμφυλη βία είναι ενδυναμωτική και επικεντρωμένη στα δικαιώματα. Οι κοινωνικοί λειτουργοί δεν αντιμετωπίζουν τα θύματα ως παθητικούς δέκτες βοήθειας, αλλά ως ενεργά υποκείμενα με δικαιώματα και δυνατότητες. Στόχος είναι η ενδυνάμωση των θυμάτων, η ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους και η υποστήριξή τους στη λήψη αποφάσεων για το μέλλον τους.

Προκλήσεις και Προοπτικές: Προς μια Κοινωνία Χωρίς Έμφυλη Βία

Η πορεία προς μια κοινωνία απαλλαγμένη από την έμφυλη βία είναι μακρά και δύσβατη, γεμάτη προκλήσεις, αλλά και ελπιδοφόρες προοπτικές. Η αντιμετώπιση αυτού του σύνθετου κοινωνικού προβλήματος απαιτεί συνεχή προσπάθεια, δέσμευση και συνεργασία σε όλα τα επίπεδα.

Μία από τις βασικές προκλήσεις είναι η αλλαγή των βαθιά ριζωμένων αντιλήψεων και στερεοτύπων που διαιωνίζουν την έμφυλη βία. Η κουλτούρα της σιωπής, η έλλειψη εμπιστοσύνης στις αρχές, η κοινωνική ανοχή απέναντι σε ορισμένες μορφές βίας, εξακολουθούν να αποτελούν εμπόδια (Σταύρακα, 2019). Η αντιμετώπιση αυτών των φαινομένων απαιτεί μακροχρόνιες εκπαιδευτικές και ενημερωτικές παρεμβάσεις, που να στοχεύουν στην αλλαγή νοοτροπίας και στην προώθηση της ισότητας των φύλων από την παιδική ηλικία.

Μια άλλη πρόκληση είναι η διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των υφιστάμενων νόμων και πολιτικών. Η έλλειψη πόρων, η ανεπαρκής κατάρτιση των επαγγελματιών, η γραφειοκρατία, η έλλειψη συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, μπορούν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων. Η ενίσχυση των υποστηρικτικών δομών, η διασφάλιση της πρόσβασης των θυμάτων σε υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, η συνεχής αξιολόγηση και βελτίωση των πολιτικών, είναι απαραίτητες.

Παρά τις προκλήσεις, υπάρχουν και σημαντικές προοπτικές. Η αυξανόμενη ευαισθητοποίηση της κοινωνίας, η ενδυνάμωση του φεμινιστικού κινήματος, η ανάδειξη του ζητήματος σε δημόσιο διάλογο, η δέσμευση της πολιτείας για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας, δημιουργούν ένα ευνοϊκό περιβάλλον για αλλαγή.

Η τεχνολογία μπορεί επίσης να διαδραματίσει θετικό ρόλο, προσφέροντας νέα εργαλεία για την πρόληψη, την ενημέρωση και την υποστήριξη των θυμάτων. Οι εφαρμογές για κινητά τηλέφωνα, οι διαδικτυακές πλατφόρμες, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ευαισθητοποίηση του κοινού, την παροχή άμεσης βοήθειας και τη δημιουργία δικτύων αλληλεγγύης.

Η πορεία προς μια κοινωνία χωρίς έμφυλη βία είναι ένας κοινός αγώνας. Απαιτεί τη συστράτευση όλων, ανδρών και γυναικών, νέων και μεγαλύτερων, πολιτείας, κοινωνίας των πολιτών, φορέων και ατόμων. Η αλλαγή είναι εφικτή, αρκεί να το πιστέψουμε και να εργαστούμε συλλογικά για αυτόν τον σκοπό.

Βιβλιογραφία

  1. Expósito, F., & Moya, M. (2011). Violencia de género. Mente y cerebro. Retrieved from edu.
  2. Bodelón, E. (2014). Violencia institucional y violencia de género. Anales de la cátedra Francisco Suárez. Retrieved from ugr.es.
  3. Rico, M. N. (1996). Violencia de género: un problema de derechos humanos. Retrievedfromideas.repec.org.
  4. Μουντούρης, Α. (2023). Έμφυλη βία, κοινωνική εργασία και ελληνική πραγματικότητα: η αντικαταπιεστική προοπτική. Retrievedfrompolynoe.lib.uniwa.gr.
  5. Αργυριάδης, Ι. (2023). Η κοινωνική πολιτική των ΟΤΑ (Α’ και Β΄ βαθμού) για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών. Retrievedfromamitos.library.uop.gr.
  6. Καπλάνης, Κ. (2022). Συζητώντας για την έμφυλη βία στην εκπαίδευση–Η συμβολή της κοινωνικής εργασίας. Retrievedfromrepo.lib.duth.gr.
  7. Σταύρακα, Δ. (2019). Στάσεις και αντιλήψεις γυναικών που έχουν υποστεί έμφυλη βία σχετικά με την ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη που παρέχεται από τα Συμβουλευτικά Κέντρα. Retrieved from uowm.gr.
  8. Herman, E. (2019). Lutter contre les violences conjugales: féminisme, travail social, politique publique. Retrieved from google.com.

 

  1. «Η προβληματική του όρου Γυναικοκτονία»

 

Η αύξηση των περιστατικών βίας κατά των γυναικών, με αποκορύφωμα τις δολοφονίες, έχει φέρει στο προσκήνιο μια έντονη δημόσια συζήτηση. Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκεται ο όρος «γυναικοκτονία», η χρήση και η νομική κατοχύρωση του οποίου διχάζει. Στην ομιλία μου θα επιχειρήσω να προσεγγίσω σφαιρικά το ζήτημα.

Ορίζοντας το Πρόβλημα

Η λέξη “γυναικοκτονία” έχει εισέλθει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, προκαλώντας έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις. Δεν πρόκειται απλώς για έναν όρο, αλλά για μια έννοια που φέρει βαρύ κοινωνικό, πολιτικό και ηθικό φορτίο. Η χρήση της σηματοδοτεί μια προσπάθεια να αναδειχθεί η ιδιαιτερότητα των εγκλημάτων που διαπράττονται κατά γυναικών, λόγω ακριβώς του φύλου τους.

Η ανάγκη για έναν διακριτό όρο προκύπτει από την παραδοχή ότι η βία κατά των γυναικών δεν είναι απλώς μια σειρά μεμονωμένων περιστατικών, αλλά ένα διαχρονικό φαινόμενο με βαθιές ρίζες στις κοινωνικές δομές και τις παγιωμένες αντιλήψεις περί έμφυλων ρόλων. Οι γυναίκες δολοφονούνται επειδή είναι γυναίκες, θύματα ενός συστήματος που, ιστορικά, τις έχει υποτιμήσει και περιθωριοποιήσει. Η αναγνώριση αυτής της διάστασης είναι κρίσιμη για την κατανόηση του προβλήματος και, κατ’ επέκταση, για την αποτελεσματική αντιμετώπισή του.

Ωστόσο, η χρήση του όρου “γυναικοκτονία” δεν είναι απαλλαγμένη από προβληματισμούς. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο όρος είναι περιττός, καθώς η ανθρωποκτονία καλύπτει ήδη νομικά την αφαίρεση ζωής, ανεξαρτήτως φύλου. Άλλοι εκφράζουν την ανησυχία ότι η εισαγωγή ενός ειδικού όρου μπορεί να οδηγήσει σε μια μορφή “ειδικής μεταχείρισης” υπέρ των γυναικών, υπονομεύοντας την αρχή της ισότητας έναντι του νόμου. Υπάρχει, επίσης, ο φόβος ότι η εστίαση αποκλειστικά στη γυναικοκτονία μπορεί να επισκιάσει άλλες μορφές βίας, όπως η ενδοοικογενειακή βία, που πλήττει και άνδρες (Goelman, 2004).

Σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο, επιχειρούμε να οριοθετήσουμε το πεδίο της συζήτησης, θέτοντας τα βασικά ερωτήματα που θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια. Ποια είναι η ουσία του όρου “γυναικοκτονία”; Ποια είναι τα επιχειρήματα υπέρ και κατά της χρήσης του; Πώς η νομική και κοινωνική διάσταση αλληλοεπηρεάζονται; Η προσέγγιση αυτών των ερωτημάτων αποτελεί το θεμέλιο για μια εμπεριστατωμένη ανάλυση του ζητήματος. Η έμφυλη βία είναι ένα σύνθετο πρόβλημα που αφορά όλους, άνδρες και γυναίκες (Κατσαμά, 2020).

Η Ιστορική Εξέλιξη και η Κοινωνική Διάσταση του Όρου “Γυναικοκτονία”

Η έννοια της γυναικοκτονίας, αν και σχετικά πρόσφατη όσον αφορά τη συστηματική χρήση του όρου, έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Η βία κατά των γυναικών, με αποκορύφωμα τη δολοφονία τους, αποτελεί ένα φαινόμενο που διατρέχει την ανθρώπινη ιστορία, συνδεδεμένο με πατριαρχικές δομές και ανισότητες ισχύος (CastañedaCamey, Sabater, Owren, 2020).

Η ανάδειξη του όρου “γυναικοκτονία” (femicide) οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο φεμινιστικό κίνημα, το οποίο, ιδίως από τη δεκαετία του 1970, έθεσε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης την έμφυλη βία ως συστημικό πρόβλημα. Η DianaRussell, κοινωνιολόγος και φεμινίστρια ακτιβίστρια, θεωρείται ότι διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διάδοση του όρου, ορίζοντας τη γυναικοκτονία ως “τη δολοφονία γυναικών από άνδρες επειδή είναι γυναίκες”.

Αυτός ο ορισμός υπογραμμίζει την έμφυλη διάσταση του εγκλήματος, διαχωρίζοντάς το από την ανθρωποκτονία ως γενικό όρο. Η γυναικοκτονία δεν είναι απλώς μια δολοφονία, αλλά μια πράξη που πηγάζει από μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη για τη γυναίκα ως υποδεέστερο ον, ως αντικείμενο κτήσης και ελέγχου. Αυτή η διάσταση είναι κρίσιμη για την κατανόηση των αιτιών και των συνεπειών της γυναικοκτονίας. Η έμφυλη βία πηγάζει από τις ανισότητες (Bracegirdle, HaworthLee, 2024).

Η κοινωνική διάσταση του όρου είναι εξίσου σημαντική. Η αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως ξεχωριστού εγκλήματος δεν αφορά μόνο τη νομική πτυχή, αλλά και την ευρύτερη κοινωνική καταδίκη και αποτροπή τέτοιων πράξεων. Η χρήση του όρου στοχεύει στην ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, στην ανάδειξη των κοινωνικών παθογενειών που οδηγούν στη βία κατά των γυναικών και στην αμφισβήτηση των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων που την τροφοδοτούν.

Η ιστορική εξέλιξη του όρου και η αναγνώρισή του αναδεικνύουν μια αλλαγή στην οπτική γωνία θεώρησης. Δεν είναι πλέον απλά “εγκλήματα πάθους” αλλά εγκλήματα μίσους κατά των γυναικών (Τσαδαρλιώτη, 2023). Στην Ελλάδα, η συζήτηση για τον όρο έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια, με αφορμή και την αύξηση των καταγεγραμμένων περιστατικών γυναικοκτονιών. Φορείς της κοινωνίας των πολιτών, γυναικείες οργανώσεις και νομικοί κύκλοι έχουν ζητήσει την επίσημη αναγνώριση του όρου, θεωρώντας ότι αυτό θα συμβάλει στην καλύτερη προστασία των γυναικών και στην αλλαγή των κοινωνικών αντιλήψεων.

Νομικές Προσεγγίσεις: Ανθρωποκτονία vs. Γυναικοκτονία

Η νομική διάσταση της προβληματικής του όρου “γυναικοκτονία” αποτελεί ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα ζητήματα. Το κεντρικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον η υφιστάμενη νομική ορολογία, και συγκεκριμένα ο όρος “ανθρωποκτονία”, επαρκεί για να καλύψει τα εγκλήματα που διαπράττονται κατά γυναικών λόγω του φύλου τους, ή εάν απαιτείται η θέσπιση ενός νέου, ειδικού νομικού όρου.

Οι υποστηρικτές της άποψης ότι η ανθρωποκτονία είναι επαρκής όρος, τονίζουν ότι ο Ποινικός Κώδικας ήδη προβλέπει αυστηρές ποινές για την αφαίρεση ανθρώπινης ζωής, ανεξαρτήτως του φύλου του θύματος. Θεωρούν ότι η εισαγωγή του όρου “γυναικοκτονία” θα μπορούσε να δημιουργήσει νομικά προβλήματα, όπως δυσκολίες στην απόδειξη του κινήτρου του δράστη, και ενδεχομένως να οδηγήσει σε διακρίσεις εις βάρος των ανδρών. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι η εστίαση στον όρο “γυναικοκτονία” μπορεί να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα άλλων μορφών βίας, όπως η ενδοοικογενειακή, που δεν έχουν απαραίτητα ως θύματα γυναίκες (Choudhry, Herring, 2017).

Από την άλλη πλευρά, υποστηρίζεται ότι η ρητή αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως ξεχωριστού εγκλήματος ενδέχεται να λειτουργήσει ενισχυτικά στο επίπεδο της κοινωνικής ευαισθητοποίησης, αποτυπώνοντας τη συστημική διάσταση της βίας κατά των γυναικών. Τίθενται, επίσης, σκέψεις ότι μπορεί να διευκολύνει τη συλλογή και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων και τη στοχευμένη χάραξη πολιτικών πρόληψης, χωρίς ωστόσο να απουσιάζουν οι επιφυλάξεις ως προς τις νομικές και αποδεικτικές δυσκολίες.

Επιπλέον, η θέσπιση του όρου θα μπορούσε να οδηγήσει σε βελτιώσεις στη συλλογή στοιχείων και στην ανάλυση των δεδομένων, επιτρέποντας την καλύτερη κατανόηση των παραγόντων κινδύνου και την ανάπτυξη πιο στοχευμένων πολιτικών πρόληψης (Γαγανάκης, 2024). Θα μπορούσε, επίσης, να συμβάλει στην ενίσχυση της προστασίας των θυμάτων, παρέχοντας ένα σαφέστερο νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση τέτοιων εγκλημάτων. Σε αρκετές χώρες, ο όρος έχει ήδη ενσωματωθεί στη νομοθεσία, με στόχο να υπάρχει καλύτερη νομική προστασία (Bingham, 2005).

Η συζήτηση για τη νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας δεν είναι απλώς μια τεχνική νομική διαμάχη, αλλά αντανακλά βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις σχετικά με την ισότητα των φύλων και την καταπολέμηση της έμφυλης βίας.

Η Έμφυλη Βία ως Παγκόσμιο Φαινόμενο: Διεθνείς Προσεγγίσεις και Πρακτικές

Η έμφυλη βία, με αποκορύφωμα τη γυναικοκτονία, δεν αποτελεί ένα τοπικό ή περιφερειακό πρόβλημα, αλλά ένα παγκόσμιο φαινόμενο που πλήττει γυναίκες σε όλες τις κοινωνίες, ανεξαρτήτως πολιτισμικού, οικονομικού ή κοινωνικού πλαισίου. Η αναγνώριση αυτής της παγκοσμιότητας έχει οδηγήσει σε διεθνείς προσπάθειες για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, με τη θέσπιση συμβάσεων, πρωτοκόλλων και κατευθυντήριων γραμμών.

Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) έχει διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτές τις προσπάθειες, υιοθετώντας τη Διακήρυξη για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών το 1993, η οποία ορίζει την έμφυλη βία ως “κάθε πράξη βίας που βασίζεται στο φύλο και έχει ως αποτέλεσμα, ή ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα, σωματική, σεξουαλική ή ψυχολογική βλάβη ή πόνο για τις γυναίκες”. Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης του Συμβουλίου της Ευρώπης (2011), η οποία αποτελεί το πιο ολοκληρωμένο νομικό κείμενο για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, έχει επίσης συμβάλει σημαντικά στην ενίσχυση της προστασίας των γυναικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σε πολλές χώρες, έχουν θεσπιστεί ειδικοί νόμοι και πολιτικές για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης της γυναικοκτονίας. Ορισμένες χώρες, όπως η Ισπανία και αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής, έχουν υιοθετήσει τον όρο “γυναικοκτονία” στη νομοθεσία τους, αναγνωρίζοντάς την ως ξεχωριστό έγκλημα. Άλλες χώρες, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, ενώ δεν χρησιμοποιούν τον όρο “γυναικοκτονία”, έχουν θεσπίσει αυστηρότερες ποινές για ανθρωποκτονίες που διαπράττονται με έμφυλο κίνητρο (Allouche, 2024).

Ωστόσο, η ύπαρξη νομοθεσίας δεν αρκεί από μόνη της για την εξάλειψη της έμφυλης βίας. Η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων, η εκπαίδευση των επαγγελματιών που εμπλέκονται στην αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών (αστυνομικοί, δικαστικοί, κοινωνικοί λειτουργοί), η παροχή υποστήριξης στα θύματα και η αλλαγή των κοινωνικών αντιλήψεων είναι εξίσου σημαντικοί παράγοντες. Σημαντικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν και οι οργανώσεις, όπως η “ΔΙΟΤΙΜΑ”, που ασχολούνται με θέματα φύλου και ισότητας. Υπάρχει, επίσης, η τηλεφωνική γραμμή SOS 15900 για θύματα βίας (Harrison, 2024).

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας απαιτεί μια ολιστική προσέγγιση, που να συνδυάζει νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, εκπαιδευτικές παρεμβάσεις, κοινωνικές εκστρατείες ευαισθητοποίησης και διατομεακή συνεργασία.

Η Ελληνική Πραγματικότητα: Προκλήσεις και Προοπτικές

Στην Ελλάδα, η συζήτηση για τη γυναικοκτονία και την έμφυλη βία έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια, αντανακλώντας τόσο την αύξηση των καταγεγραμμένων περιστατικών όσο και την αυξανόμενη ευαισθητοποίηση της κοινωνίας για το πρόβλημα. Παρά το γεγονός ότι η χώρα μας έχει υπογράψει και επικυρώσει διεθνείς συμβάσεις για την προστασία των γυναικών από τη βία, η εφαρμογή τους στην πράξη συχνά προσκρούει σε εμπόδια και ελλείψεις.

Μια από τις βασικές προκλήσεις είναι η έλλειψη ολοκληρωμένων δεδομένων και στατιστικών στοιχείων για την έμφυλη βία, και ιδίως για τη γυναικοκτονία. Η απουσία ενός επίσημου μηχανισμού καταγραφής των γυναικοκτονιών δυσχεραίνει την ακριβή αποτύπωση του μεγέθους του προβλήματος και την ανάπτυξη στοχευμένων πολιτικών πρόληψης. Η δημόσια συζήτηση σχετικά με το θέμα είναι έντονη (Κάκου, 2024).

Επιπλέον, η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας συχνά χαρακτηρίζεται από αποσπασματικότητα και έλλειψη συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων φορέων. Η αστυνομία, οι εισαγγελικές αρχές, οι κοινωνικές υπηρεσίες και οι δομές υποστήριξης των θυμάτων δεν συνεργάζονται πάντοτε αποτελεσματικά, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κενά στην προστασία των γυναικών.

Μια άλλη πρόκληση είναι η ύπαρξη στερεοτύπων και προκαταλήψεων που διαιωνίζουν την έμφυλη βία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα θύματα βίας αντιμετωπίζονται με δυσπιστία ή ακόμα και με κατηγορίες, ενώ οι δράστες μπορεί να τύχουν επιεικούς μεταχείρισης από το δικαστικό σύστημα. Η αντιμετώπιση αυτών των φαινομένων απαιτεί εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση των επαγγελματιών που εμπλέκονται, καθώς και ευρύτερες κοινωνικές παρεμβάσεις για την αλλαγή των αντιλήψεων. Επίσης πολλές φορές υπάρχει και προβληματική εφαρμογή όρων σε συνθήκες έμφυλης βίας (Μουντούρης, 2023).

Παρά τις προκλήσεις, υπάρχουν και θετικές προοπτικές. Η αυξανόμενη ευαισθητοποίηση της κοινωνίας, η δραστηριοποίηση γυναικείων οργανώσεων και η πίεση για νομοθετικές μεταρρυθμίσεις δημιουργούν ένα ευνοϊκότερο περιβάλλον για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας. Η συζήτηση για τη νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας, αν και διχάζει, έχει ανοίξει τον δρόμο για μια πιο ουσιαστική συζήτηση σχετικά με τα αίτια και τις συνέπειες της βίας κατά των γυναικών.

Το επόμενο βήμα είναι η υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής για την πρόληψη και την καταπολέμηση της έμφυλης βίας, με σαφείς στόχους, χρονοδιαγράμματα και μηχανισμούς παρακολούθησης και αξιολόγησης. Η στρατηγική αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα για την ενίσχυση της προστασίας των θυμάτων, την εκπαίδευση των επαγγελματιών, την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας και την προώθηση της ισότητας των φύλων σε όλους τους τομείς της ζωής.

Συμπεράσματα και Προτάσεις: Προς μια Ολιστική Αντιμετώπιση

Η ανάλυση της προβληματικής του όρου “γυναικοκτονία” ανέδειξε την πολυπλοκότητα του ζητήματος, τις διαφορετικές οπτικές γωνίες και τις προκλήσεις που συνδέονται με την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας. Καθίσταται σαφές ότι δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις ούτε μονοδιάστατες λύσεις. Η αντιμετώπιση της γυναικοκτονίας και, ευρύτερα, της έμφυλης βίας απαιτεί μια ολιστική προσέγγιση, που να λαμβάνει υπόψη τις κοινωνικές, νομικές, πολιτικές και πολιτισμικές διαστάσεις του προβλήματος.

Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες συγκεκριμένες προτάσεις για την ενίσχυση της αντιμετώπισης της γυναικοκτονίας και της έμφυλης βίας στην Ελλάδα:

  1. Θέσπιση ενός Εθνικού Παρατηρητηρίου για τη Βία κατά των Γυναικών, με αρμοδιότητα τη συλλογή και ανάλυση δεδομένων, την παρακολούθηση της εφαρμογής της νομοθεσίας και την υποβολή προτάσεων πολιτικής.
  2. Ενίσχυση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης των επαγγελματιών που εμπλέκονται στην αντιμετώπιση περιστατικών έμφυλης βίας (αστυνομικοί, δικαστικοί, εισαγγελείς, κοινωνικοί λειτουργοί, επαγγελματίες υγείας).
  3. Ανάπτυξη προγραμμάτων πρόληψης της έμφυλης βίας σε σχολεία και πανεπιστήμια, με στόχο την αμφισβήτηση των έμφυλων στερεοτύπων και την προώθηση της ισότητας των φύλων.
  4. Δημιουργία περισσότερων δομών υποστήριξης για τα θύματα βίας, όπως ξενώνες φιλοξενίας, κέντρα συμβουλευτικής και νομικής βοήθειας.
  5. Συνεργασία με τα ΜΜΕ για μια ορθή προβολή τέτοιων περιστατικών, ώστε να μην αναπαράγονται στερεότυπα.

Η εξάλειψη της γυναικοκτονίας και της έμφυλης βίας είναι ένας μακροπρόθεσμος στόχος, που απαιτεί τη δέσμευση και τη συνεργασία όλων των μελών της κοινωνίας.

Θα ήθελα να τονίσω ότι η προβληματική του όρου “γυναικοκτονία” δεν είναι απλώς ένα νομικό ή ακαδημαϊκό ζήτημα. Είναι ένα ζήτημα που αγγίζει τις ζωές χιλιάδων γυναικών, τις οικογένειές τους και την κοινωνία στο σύνολό της. Είναι ένα ζήτημα που απαιτεί από εμάς, ως πολίτες, ως επαγγελματίες, ως ανθρώπους, να αναλάβουμε δράση.

Η αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως ξεχωριστού εγκλήματος, είτε μέσω νομικής κατοχύρωσης είτε άλλων μορφών θεσμικής αποτύπωσης, αποτελεί μια πρόταση που έχει τεθεί στο δημόσιο διάλογο. Ανεξάρτητα από την υιοθέτηση ή μη του όρου, η ουσιαστική αντιμετώπιση της έμφυλης βίας προϋποθέτει την κατανόηση των βαθύτερων αιτίων της και την πολιτική και κοινωνική βούληση για αλλαγή. Ωστόσο, η πραγματική αλλαγή δεν θα έρθει μόνο από τους νόμους, αλλά και από την αλλαγή των αντιλήψεων, των νοοτροπιών και των συμπεριφορών μας.

Οφείλουμε να αμφισβητήσουμε τα έμφυλα στερεότυπα που διαιωνίζουν τη βία, να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας με σεβασμό στην ισότητα και τη διαφορετικότητα, να στηρίξουμε τα θύματα βίας και να καταδικάσουμε απερίφραστα κάθε μορφή έμφυλης βίας. Οφείλουμε να δημιουργήσουμε μια κοινωνία όπου καμία γυναίκα δεν θα φοβάται για τη ζωή της επειδή είναι γυναίκα.

Βιβλιογραφία

  1. Harrison, Joanna. Protection and Gender-Based Violence: An Artistic Journey: Changer les Récits Autour de la Protection Humanitaire et de la Violence Basée sur le Genre. books.google.com.
  2. Κατσαμά, Ελένη. Ο κόσμος από την αρχή – TheWorldAnew. 2020. google.gr.
  3. Goelman, D.M. “Shelter from the Storm: Using Jurisdictional Statutes to Protect Victims of Domestic Violence after the Violence Against Women Act of 2000.” Columbia Journal of Gender & Law 13 (2004). HeinOnline.
  4. Choudhry, S., and J. Herring. “A Human Right to Legal Aid? The Implications of Changes to the Legal Aid Scheme for Victims of Domestic Abuse.” Journal of Social Welfare and Family Law (2017). Taylor & Francis.
  5. Bingham, J.M. “Protecting Victims by Working Around the System and Within the System: Statutory Protection for Emotional Abuse in the Domestic Violence Context.” North Dakota Law Review 81 (2005). HeinOnline.
  6. Castañeda Camey, I., L. Sabater, and C. Owren. Liens entre la Violence Basée sur le Genre et l’Environnement: La Violence des Inégalités. IUCN.
  7. Bracegirdle, C., and J. Haworth-Lee. Comprendre la Violence Basée sur le Genre dans le Contexte de la Conservation. Forest Peoples.
  8. Hamza, N. Les Violences Basées sur le Genre. End Violence Against Women Now.
  9. Τσαδάρλιωτη, Β.Ε. Το Φαινόμενο της Γυναικοκτονίας – Εγκληματολογική Προσέγγιση. 2023. ProQuest.
  10. Γαγανάκης, Ε.Κ. Διερεύνηση των Παραγόντων που Σχετίζονται με τη Γυναικοκτονία από Άνδρα Ερωτικό Σύντροφο. 2024. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
  11. Κάκου, Α. Η Αναπαράσταση της Γυναικοκτονίας και της Έμφυλης Βίας στην Ελληνική Τηλεόραση (2023–Σήμερα). 2024. Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.
  12. Μουντούρης, Α. Έμφυλη Βία, Κοινωνική Εργασία και Ελληνική Πραγματικότητα: Η Αντικαταπιεστική Προοπτική. 2023. Πολυνοή – Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής.
  1. Το νομικό πλαίσιο για την ενδοοικογενειακή βία στην Ελλάδα

Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα πολυσύνθετο φαινόμενο, με βαθιές κοινωνικές, ψυχολογικές και οικονομικές ρίζες. Αφορά όλες τις κοινωνικές τάξεις, μορφωτικά επίπεδα και ηλικιακές ομάδες, και εκδηλώνεται με ποικίλες μορφές, πλήττοντας βάναυσα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Η εισήγησή μου αυτή επικεντρώνεται στο νομικό πλαίσιο που διέπει την αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου στην Ελλάδα.

Η Διάσταση του Προβλήματος της Ενδοοικογενειακής Βίας

Η ενδοοικογενειακή βία, ένα φαινόμενο που συναντάται σε όλες τις κοινωνίες ανεξαρτήτως γεωγραφικής θέσης, κοινωνικοοικονομικού επιπέδου ή πολιτισμικού πλαισίου, συνιστά κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και υπονομεύει τη συνοχή του κοινωνικού ιστού. Πρόκειται για μια “σκιώδη” μάστιγα, που συχνά εκδηλώνεται πίσω από κλειστές πόρτες, αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια στα θύματά της, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά.

  • Ορισμός και Μορφές Ενδοοικογενειακής Βίας

Ως ενδοοικογενειακή βία ορίζεται κάθε πράξη ή παράλειψη που λαμβάνει χώρα εντός του πλαισίου της οικογένειας ή μεταξύ προσώπων που συνδέονται με σχέσεις συγγένειας, γάμου, συμβίωσης ή και συντρόφικής σχέσης, ανεξαρτήτως του εάν διαμένουν κάτω από την ίδια στέγη (Κόγκα, σελ. 1). Η βία αυτή δεν περιορίζεται στη σωματική κακοποίηση, αλλά περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών.

Μπορεί να εκδηλωθεί ως σωματική βία, με χτυπήματα, σπρωξίματα, εγκαύματα ή άλλες μορφές σωματικής επίθεσης. Μπορεί, επίσης, να λάβει τη μορφή ψυχολογικής βίας, με απειλές, εκφοβισμούς, ταπεινώσεις, ελέγχους και περιορισμούς της ελευθερίας (Μαροπούλου, 2016). Η σεξουαλική βία, που περιλαμβάνει τον βιασμό, την σεξουαλική παρενόχληση και κάθε είδους σεξουαλική πράξη χωρίς τη συναίνεση του θύματος, αποτελεί μια ιδιαίτερα τραυματική μορφή ενδοοικογενειακής βίας (Δόγκα, 2023). Πρέπει εδώ να τονίσουμε πως πολλές φορές η έμφυλη βία λαμβάνει χώρα σε δημόσιο αστικό χώρο (Παπαδημητρίου, Σάσσαλου, 2019).

  • Στατιστικά Στοιχεία και Κοινωνικές Επιπτώσεις

Αν και η ακριβής αποτύπωση του μεγέθους του προβλήματος είναι εξαιρετικά δύσκολη, λόγω του “κρυφού” χαρακτήρα της ενδοοικογενειακής βίας, τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία είναι ανησυχητικά. Καταδεικνύουν ότι γυναίκες και παιδιά αποτελούν τα συχνότερα θύματα, αν και δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι και άνδρες μπορούν να υποστούν ενδοοικογενειακή βία (Λιτούδη, 2022).

Οι συνέπειες της ενδοοικογενειακής βίας είναι ολέθριες, τόσο για τα άμεσα θύματα όσο και για την κοινωνία στο σύνολό της. Στα θύματα, προκαλεί σωματικές και ψυχικές βλάβες, διαταραχές άγχους, κατάθλιψη, χαμηλή αυτοεκτίμηση, ακόμα και αυτοκτονικό ιδεασμό. Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε περιβάλλον βίας είναι πιθανότερο να αναπτύξουν προβλήματα συμπεριφοράς, μαθησιακές δυσκολίες και να γίνουν και τα ίδια θύτες ή θύματα βίας στο μέλλον (Τσαρουχίδου, 2023). Πολλές φορές η έμφυλη βία, και γενικότερα η βία, λαμβάνει χώρα κατα τη διάρκεια συγκρούσεων. Σε κοινωνικό επίπεδο, η ενδοοικογενειακή βία διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό, υπονομεύει την εμπιστοσύνη και την αλληλεγγύη, και διαιωνίζει κύκλους βίας και κακοποίησης (Στατήρα, 2023).

Ο Νόμος 3500/2006: Θεμέλιος Λίθος της Αντιμετώπισης της Ενδοοικογενειακής Βίας

Στην Ελλάδα, η ψήφιση του Νόμου 3500/2006 (“Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις”) αποτέλεσε ορόσημο στην προσπάθεια καταπολέμησης αυτού του κοινωνικού προβλήματος. Ο νόμος αυτός, ερχόμενος να καλύψει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική νομοθεσία, έθεσε τις βάσεις για μια πιο ολοκληρωμένη και αποτελεσματική αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας (Κόγκα, 2016). Εισήγαγε σημαντικές καινοτομίες, ενισχύοντας την προστασία των θυμάτων και προβλέποντας αυστηρότερες κυρώσεις για τους δράστες.

  • Βασικές Αρχές και Καινοτομίες του Νόμου

Μια από τις θεμελιώδεις αρχές του Ν. 3500/2006 είναι η αναγνώριση της ενδοοικογενειακής βίας ως έγκλημα που διώκεται αυτεπαγγέλτως. Αυτό σημαίνει ότι η ποινική δίωξη ασκείται από τον Εισαγγελέα, ανεξάρτητα από τη βούληση του θύματος, μόλις αυτός λάβει γνώση του περιστατικού (Χριστοδουλίδου, 2022). Η αυτεπάγγελτη δίωξη αίρει το βάρος της καταγγελίας από το θύμα, το οποίο συχνά βρίσκεται σε κατάσταση φόβου, εξάρτησης ή ψυχολογικής πίεσης από τον δράστη.

Επιπλέον, ο νόμος καταργεί την υποχρέωση καταβολής παραβόλου για την υποβολή μήνυσης για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας. Η ρύθμιση αυτή διευκολύνει την πρόσβαση των θυμάτων στη δικαιοσύνη, ιδίως εκείνων που προέρχονται από ευάλωτες οικονομικά ομάδες.

  • Προστασία Θυμάτων και Δίωξη Δραστών Προβλέπονται ασφαλιστικά μέτρα.

Ο Ν. 3500/2006 προβλέπει μια σειρά από μέτρα για την προστασία των θυμάτων, όπως η απομάκρυνση του δράστη από την οικογενειακή στέγη, η απαγόρευση επικοινωνίας με το θύμα και η παροχή ψυχολογικής και νομικής υποστήριξης. Παράλληλα, θεσπίζει αυστηρές ποινές για τους δράστες, ανάλογα με τη βαρύτητα της πράξης, οι οποίες μπορεί να φτάσουν μέχρι και την κάθειρξη. Αξίζει να σημειωθεί πως πολλές φορές η ενδοοικογενειακή βία λαμβάνει χώρα σε διάφορους οργανισμούς και επιχειρήσεις (Φλώρου, 2024).

  • Αυτεπάγγελτη δίωξη και μη ανάγκη καταβολής παραβόλου.

Η αυτεπάγγελτη δίωξη και η μη αναγκη καταβολής παραβόλου, οπως προαναφέρθηκε, αποτελούν κομβικά σημεία του νόμου. Καθιστούν σαφές ότι η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, αλλά έγκλημα που αφορά το σύνολο της κοινωνίας και διώκεται απο την πολιτεία, ανεξάρτητα απο τη στάση του θύματος.

Ειδικότερες Μορφές Βίας και η Νομική τους Αντιμετώπιση

Ο Νόμος 3500/2006, αν και δεν καταγράφει ρητά όλες τις πιθανές μορφές ενδοοικογενειακής βίας, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα αξιόποινων πράξεων που τελούνται εντός του οικογενειακού πλαισίου. Ας δούμε πιο αναλυτικά πώς αντιμετωπίζονται νομικά οι συνηθέστερες μορφές βίας:

  • Σωματική Βία:

Η πρόκληση σωματικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας αποτελεί βασικό αδίκημα που τιμωρείται αυστηρά από τον νόμο. Η ποινή διαφοροποιείται ανάλογα με τη βαρύτητα της βλάβης, από απλή σωματική βλάβη μέχρι βαριά ή και επικίνδυνη σωματική βλάβη. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού ή ψυχικού πόνου, η οποία αναγνωρίζεται ως ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση.

  • Ψυχολογική Βία:

Αν και η ψυχολογική βία είναι δυσκολότερο να αποδειχθεί σε σχέση με τη σωματική, ο Ν. 3500/2006 την αναγνωρίζει ως κολάσιμη πράξη. Απειλές, εκβιασμοί, συστηματική ταπείνωση και έλεγχος της ζωής του θύματος, που προκαλούν φόβο και ψυχική αναστάτωση, εμπίπτουν στην έννοια της ψυχολογικής βίας και διώκονται ποινικά. Η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, ακόμα και στο πεδίο της ψυχολογικής, απασχολεί έντονα την κοινωνική εργασία και την ελληνική πραγματικότητα (Μουντούρης, 2023).

  • Σεξουαλική Βία:

Ο νόμος προστατεύει ρητά την γενετήσια αξιοπρέπεια των μελών της οικογένειας. Ο βιασμός, η αποπλάνηση ανηλίκου και άλλες μορφές σεξουαλικής κακοποίησης εντός του οικογενειακού πλαισίου τιμωρούνται με ιδιαίτερα αυστηρές ποινές, που μπορεί να φτάσουν έως και την ισόβια κάθειρξη. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η συναίνεση του θύματος αποκλείεται εκ των πραγμάτων στις περιπτώσεις ανηλίκων ή ατόμων που βρίσκονται σε σχέση εξάρτησης από τον δράστη.

  • Οικονομική βία και η ενδοοικογενειακή εξύβριση: Οικονομική βία και η ενδοοικογενειακή εξύβριση τιμωρούνται βάση γενικών διατάξεων του ποινικού κώδικα. Αν και ο Ν. 3500/2006 δεν αναφέρεται ρητά στην οικονομική βία (π.χ. στέρηση οικονομικών πόρων, έλεγχος των οικονομικών του θύματος) ή στην ενδοοικογενειακή εξύβριση, αυτές οι συμπεριφορές μπορούν να τιμωρηθούν βάσει άλλων διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, εφόσον στοιχειοθετούνται τα αντίστοιχα αδικήματα.

Πρόσφατες Νομοθετικές Εξελίξεις και η Ενίσχυση του Πλαισίου Προστασίας (Ν. 5090/2024)

Το νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας στην Ελλάδα δεν είναι στατικό. Αντίθετα, εξελίσσεται και προσαρμόζεται στις σύγχρονες ανάγκες και προκλήσεις, με στόχο την παροχή ακόμα πιο αποτελεσματικής προστασίας στα θύματα και την αυστηρότερη τιμωρία των δραστών. Ο Νόμος 5090/2024, που ψηφίστηκε πρόσφατα, αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, εισάγοντας σημαντικές τροποποιήσεις στον Ν. 3500/2006.

  • Αυστηρότερες Ποινές και Προφυλάκιση

Μία από τις βασικές αλλαγές που επέφερε ο Ν. 5090/2024 είναι η αυστηροποίηση των ποινών για τα αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας. Ειδικότερα, αυξήθηκαν τα όρια ποινών για ορισμένα σοβαρά πλημμελήματα, ενώ πλέον προβλέπεται η δυνατότητα προφυλάκισης του δράστη, ακόμα και για πλημμελήματα, σε περιπτώσεις που κρίνεται ότι υπάρχει κίνδυνος υποτροπής ή τέλεσης άλλων αδικημάτων.

  • Ηλεκτρονική Επιτήρηση (“Βραχιολάκι”)

Ο νέος νόμος εισάγει τη δυνατότητα εφαρμογής ηλεκτρονικής επιτήρησης (το γνωστό “βραχιολάκι”) σε δράστες ενδοοικογενειακής βίας, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Το μέτρο αυτό αποσκοπεί στην ενίσχυση της προστασίας των θυμάτων, διασφαλίζοντας ότι ο δράστης τηρεί τους περιοριστικούς όρους που του έχουν επιβληθεί (π.χ. απαγόρευση προσέγγισης του θύματος). Η παραβίαση των περιοριστικών όρων, μάλιστα, επισύρει πλέον ποινή φυλάκισης.

  • Υποχρέωση Αναφοράς από Επαγγελματίες

Μια ακόμα σημαντική πρόβλεψη του Ν. 5090/2024 είναι η επέκταση της υποχρέωσης αναφοράς περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας στις αρμόδιες αρχές. Πλέον, επαγγελματίες υγείας (γιατροί, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί κ.λπ.) και παιδαγωγοί (εκπαιδευτικοί, νηπιαγωγοί κ.λπ.) υποχρεούνται να αναφέρουν αμέσως κάθε περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας που υποπίπτει στην αντίληψή τους, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ανεξάρτητα από τη στάση ή τις δηλώσεις του θύματος. Η ρύθμιση αυτή ενισχύει το δίκτυο προστασίας γύρω από τα θύματα, ιδίως τα ανήλικα, και διευκολύνει την έγκαιρη παρέμβαση των αρχών.

Προκλήσεις και Προοπτικές στην Εφαρμογή του Νόμου

Παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί με την ψήφιση και τις τροποποιήσεις του Ν. 3500/2006, η εφαρμογή του στην πράξη εξακολουθεί να παρουσιάζει προκλήσεις. Η αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας απαιτεί μια ολιστική προσέγγιση, που δεν εξαντλείται στην αυστηροποίηση των ποινών, αλλά περιλαμβάνει και μέτρα πρόληψης, ευαισθητοποίησης και υποστήριξης των θυμάτων.

  • Δυσκολίες και Κενά

Μία από τις βασικές δυσκολίες έγκειται στην υποκαταγγελία των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας. Πολλά θύματα, φοβούμενα τον δράστη, τις κοινωνικές συνέπειες ή την έλλειψη στήριξης, διστάζουν να καταγγείλουν την κακοποίηση που υφίστανται. Η άρση αυτού του φόβου και η ενθάρρυνση των θυμάτων να μιλήσουν απαιτεί συνεχή προσπάθεια ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης και δημιουργίας ενός ασφαλούς και υποστηρικτικού περιβάλλοντος.

Επιπλέον, η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου προϋποθέτει την επαρκή στελέχωση και εκπαίδευση των εμπλεκόμενων φορέων (αστυνομία, δικαιοσύνη, κοινωνικές υπηρεσίες), καθώς και την ανάπτυξη κατάλληλων δομών υποστήριξης των θυμάτων (ξενώνες φιλοξενίας, κέντρα συμβουλευτικής, τηλεφωνικές γραμμές βοήθειας).

Τέλος, παρατηρούνται ορισμένα κενά στην εφαρμογή, όπως για παράδειγμα η δυσκολία στην απόδειξη της ψυχολογικής βίας, η οποία συχνά δεν αφήνει ορατά σημάδια. Χρειάζεται, επομένως, συνεχής επαγρύπνηση και βελτίωση των διαδικασιών, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία όλων των μορφών ενδοοικογενειακής βίας. Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί διεπιστημονική συνεργασία και συντονισμένες δράσεις από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.

Κυρίες και κύριοι,

Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί μια σκοτεινή πτυχή της κοινωνικής μας πραγματικότητας, ένα τραύμα που αφήνει ανεξίτηλα σημάδια στα θύματά της και υπονομεύει τις θεμελιώδεις αξίες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ισότητας και της αλληλεγγύης. Το νομικό πλαίσιο, με τον Ν. 3500/2006 και τις πρόσφατες τροποποιήσεις του, παρέχει σημαντικά εργαλεία για την αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου, θέτοντας τις βάσεις για την προστασία των θυμάτων και την τιμωρία των δραστών.

Ωστόσο, η καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας δεν είναι υπόθεση μόνο της Πολιτείας και των αρμόδιων φορέων. Είναι ευθύνη όλων μας. Απαιτείται μια συλλογική προσπάθεια, μια αλλαγή νοοτροπίας και κουλτούρας, που θα οδηγήσει σε μια κοινωνία μηδενικής ανοχής απέναντι σε κάθε μορφή βίας.

Οφείλουμε να σπάσουμε τη σιωπή, να ενθαρρύνουμε τα θύματα να μιλήσουν, να προσφέρουμε στήριξη και αλληλεγγύη, να εκπαιδεύσουμε τις νέες γενιές στις αξίες του σεβασμού, της ισότητας και της μη βίας. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να οικοδομήσουμε μια κοινωνία όπου κάθε άτομο θα μπορεί να ζει με ασφάλεια, ελευθερία και αξιοπρέπεια, απαλλαγμένο από τον φόβο και τη βία.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Βιβλιογραφία

  1. Παπαδημητρίου, Μ.Δ. και Μ.Κ. Σάσσαλου. «Έμφυλη Βία και Συμπεριφορές Κινητικότητας». Μεταπτυχιακή διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2019. Σύνδεσμος.
  2. Δόγκα, Α.Β. «Έμφυλη Βία/Κακοποίηση Γυναικών/Ποινική Διαδικασία/Ο ρόλος του Εισαγγελέα». Μεταπτυχιακή διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2023. Σύνδεσμος.
  3. Μαροπούλου, Μ. «Σεξουαλική έμφυλη βία και ιδιωτικότητα υπό το πρίσμα του ριζοσπαστικού φεμινισμού». Μεταπτυχιακή διατριβή, Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Δυτικής Ελλάδας, 2016. Σύνδεσμος.
  4. Λιτούδη, Ά.Μ.Π. «Έμφυλη Βία και Προσφυγικό Φαινόμενο». Μεταπτυχιακή διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2022. Σύνδεσμος.
  5. Τσαρουχίδου, Μ.Κ. «Πορνογραφία και Έμφυλη Βία: Θεώρηση Χριστιανικής Ηθικής». Μεταπτυχιακή διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2023. Σύνδεσμος.
  6. Στατήρα, Α. «Έμφυλη Βία και ΜΜΕ: Αναπαράσταση των Γυναικοκτονιών στα Ελληνικά ΜΜΕ». Μεταπτυχιακή διατριβή, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, 2023. Σύνδεσμος.
  7. Φλώρου, Ε. «Έμφυλη Βία, Διακρίσεις και η Αντιμετώπισή τους σε Οργανισμούς/Επιχειρήσεις». Μεταπτυχιακή διατριβή, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, 2024. Σύνδεσμος.
  8. Μουντούρης, Α. «Έμφυλη Βία, Κοινωνική Εργασία και Ελληνική Πραγματικότητα: Η Αντικαταπιεστική Προοπτική». Μεταπτυχιακή διατριβή, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, 2023. Σύνδεσμος.
  9. Κόγκα, Γ.Π. «Η Ενδοοικογενειακή Βία υπό το Πρίσμα του Ν. 3500/2006». Μεταπτυχιακή διατριβή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2016. Σύνδεσμος.
  10. Χριστοδουλίδου, Χ.Α. «Ενδοοικογενειακή Βία: Επισκόπηση του Νόμου 3500/2006 – Το Στάδιο μετά την Προκαταρκτική Εξέταση». Μεταπτυχιακή διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2022. Σύνδεσμος.

*Σάκης Κεχαγιόγλου, Ποινικολόγος, Άρχων Δικαιοφύλαξ του Οικουμενικού Θρόνου

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ